ΑΦΙΕΡΩΣΗ
Για να μπορείς να βλέπεις με νηφάλιο μάτι
Την τρικυμία του πρωιού
Για να μπορείς ν’ ακούς με ήσυχο αυτί
Τη νηνεμία του πελάγου των οχτώ μποφόρ
Για να μπορείς να εξαργυρώνεις
Τις τύψεις σου με μαχαίρι
Για να μπορείς να διακλαδίζεις την αγάπη σου
Ως την εσχάτη προδοσία
(Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, 1987)
ΑΓΩΙ
Ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου
τα σωθικά μου εργάζεται τ’ απλήρωτα
στριφώνει το πετσί με σύρμα
ακάματα σφυρηλατεί το κρέας
ατσαλώνει τα οστά
κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου
κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου
κι όταν κουράζεται στα νεύρα μου τεντώνεται
άγριο πάντοτε το γύφτο κουβαλώ
φορτίο βαρύ
ατίμητο
(Τρύγος αιμάτων, 1991)
ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ
Κάτω απ’ τη δαντελένια κιλότα σου
κρύβεις το τρίτο μάτι
αυτό που βλέπει από μέσα
(Τρύγος αιμάτων, 1991)
ΑΠΟΔΗΜΗΣΗ
Στο σπίτι του κρεμασμένου
ο νοικοκύρης λείπει
μόνο κρέμεται απ’ το ταβάνι
τεντωμένο έντερο
του κρεμασμένου
το σκοινί
(Τρύγος αιμάτων, 1991)
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
Ήρθε με δανεικό
φως από τα μάτια σου
ο θάνατος
χρώματα ιδρωμένα λαχτάραγαν
στα πληγιασμένα δάχτυλα
κι είχες ολόκληρη σχεδόν
μετακομίσει μέσα του
το ’βλεπα που στον αφαλό
γάλα κόκκινο ανάβλυζε
φεγγάρια πέφτανε απ’ τα βλέφαρα
κι ανάμεσα στα σκέλη ένα κουτάβι
έσκουζε βουρκωμένο
δείχνοντας τα μαύρα δόντια του
(Τρύγος αιμάτων, 1991)
ΕΞΤΡΕΜΙΣΜΟΣ
Τ’ αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες
στο σιδερένιο τους στομάχι χωνεύονται κομμένα
κεφάλια τσακισμένα μέλη όνειρα που
βλαστημούν τον ουρανό
οι επιβάτες τρώνε τ’ αυτοκίνητα
στα δόντια τους σφηνώνονται στραβωμένα
εξαρτήματα κλάξον ρόδες τιμόνια που
οδηγούν στον ουρανό
τ’ αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες
οι επιβάτες τρώνε τ’ αυτοκίνητα
πεινάει κι ο Μαύρος Αίλουρος
και τα τρώει όλα
ουρανό αυτοκίνητα επιβάτες
με τα φτυάρια οι εργολάβοι
κορμιά και σίδερα
στο αχόρταγο στόμα του χώνουν
(Τρύγος αιμάτων, 1991)
ΒΡΥΧΗΘΜΟΣ
Θηρίο που με παραμονεύεις
θηρίο που κολυμπάς στο μυαλό μου
σε ώρες υστερικές
θηρίο που σπέρνεις πανικό
τις νύχτες στην ψυχή μου
θηρίο που ανεβάζεις την κακία μου
θηρίο που φουντώνεις τη ζήλια μου
θηρίο που χύνεσαι απ’ τις φλέβες
στο υποσυνείδητό μου αφρίζοντας
θηρίο που κατάμουτρα με φτύνεις και ξερνάς
του τρόμου τα πικρά εξαμβλώματα
τις νευρώσεις μου και τις λεπίδες
της ομορφιάς
θηρίο με μάτια ηλεκτρονικά
γεννήτρια του άγχους μου
της οργής και του πάθους
της αδυναμίας
της δύναμής μου
θηρίο θηρίο λαχτάρα μου
έρωτα
θηρίο
(Τρύγος αιμάτων, 1991)
ΑΝΤΙ-ΓΡΑΦΗ
Απεγνωσμένα πάλευα
να γράψω επιτέλους το ποίημα
κι εκείνο με πείσμα
μ’ έγραφε
στ’ αρχίδια του
(Τρύγος αιμάτων, 1991)
ΕΝΟΡΑΜΑ
Αποβραδίς στον ύπνο της η αγελάδα
είδε όνειρο να χτυπά η πόρτα του στάβλου
και να μπαίνει ο Χασάπης
σε θέλω της είπε αποφασισμένος
και της πρόσφερε ανθοδέσμη από τριφύλλι
αυτή ξαφνιάστηκε
μισό λεπτό καθίστε ψέλλισε
κι έσπευσε στο λουτρό κολακευμένη
για να βάλει λίγο κραγιόν
αμέσως έπειτα τον άκουσε να λέει
λόγια τρυφερά και παθιασμένα
για την ξεχωριστή περπατησιά της
το συνεσταλμένο βλέμμα της
για το χνότο της που ονειρευόταν μήνες
να τον ζεσταίνει τις νύχτες του χειμώνα
της εξομολογήθηκε πως γούσταρε
ν’ αρμέγει με το στόμα τα μαστάρια της
πως λύσσαγε να γλείφει σαν λουκούμι
τα πλούσια πισινά και τα λαγόνια της
ή να ρουφάει από τα πόδια της το κότσι
προς τα χαράματα την είχε καταφέρει
έπεσαν και παλέψανε άγρια στον αχυρώνα
λιγωμένη εκείνη από τη γλύκα της γλώσσας
σε λίγο ένιωσε μέσα της το μόριο του
μαχαίρι ακονισμένο να τρυγάει τα σωθικά της
να την κόβει αλύπητα ως το κόκαλο
όταν ξημέρωσε κρεμόταν κομματιασμένη
στη βιτρίνα του κρεοπωλείου
και στο βάθος του αίματός της
άκουγε τον Χασάπη να την κολακεύει ακόμη
στους λιμασμένους του πελάτες
(Παραλλαγές του μαύρου, 1998)
ΑΓΡΑ
Βάδιζα μόνος στην αφηνιασμένη πόλη
φορτωμένος σκοτεινούς διαλογισμούς
οι μηχανές μούγκριζαν το πλήθος βιαζόταν
καπνοί και ομίχλη μπερδεύονταν
με κλάξον και σπινιαρίσματα
ξάφνου φρενάρει δίπλα μια μαύρη λιμουζίνα
πηδούν καταπάνω μου τέσσερις οπλισμένοι
και μόλις που προλαβαίνω στο τιμόνι
να δω θολά τον Οδηγό
με τη μορφή του αγαπημένου μαθητή μου
με κοίταζε ανέκφραστα
και το δεξί του χέρι
με τεντωμένο δείχτη
αράθυμο περίστροφο
με σημάδευε
(Παραλλαγές του μαύρου, 1998)
ΤΟ ΦΑΓΟΠΟΤΙ
Τρέχω σαν κυνηγημένος
για να προλάβω
και τελειωμό δεν έχουν οι δρόμοι
ώσπου κάποτε σε μια στενωπό
πετάγεται μπροστά
φριχτά μακιγιαρισμένη
η Χοντρή με τα μαύρα φτερά
βγάζει μια τσιριχτή κραυγή
κι αρχίζει να με τρώει
στο στομάχι της κυλούν
οι μέρες και πεινάω
και χάφτω τα συκώτια της
κατόπι με ξερνάει συρρικνωμένο
δεν πέρασε αρκετός καιρός
κι έρχεται πάλι
καταβροχθίζω τα φρέσκα
λαχταριστά σωθικά της
και με ξερνάει ξανά
πιο πολύ συρρικνωμένο
και πάλι απ’ την αρχή
και κάθε φορά
που βγαίνω απομέσα της
είμαι όλο και περισσότερο
συρρικνωμένος
(Παραλλαγές του μαύρου, 1998)
Ο ΛΑΧΝΟΣ
Καλησπέρα σας είπε σας επέλεξα
φορέστε με
περπατούσα σε κεντρική λεωφόρο
υγρό λιοπύρι στράγγιζε ακόμη
στις ύστερες ώρες του απογεύματος
ξάφνου ένα Κουστούμι
τρέχει καταπάνω μου
μα κάνει ζέστη λέω κι εξάλλου
εγώ δε συνηθίζω να φορώ κουστούμια
κι εδώ στο δρόμο πώς να σας προβάρω
με τόσον κόσμο γύρω
μην ανησυχείτε
ο κόσμος κοιτάζει τη δουλειά του
τίποτε απ’ αυτά δεν τον συγκινεί
ούτε χρειάζεται να βγάλετε τα ρούχα σας
ταιριάζω στον καθένα κι όπως λάχει
όσο για τη ζέστη θα συνηθίσετε κι άλλωστε
όλοι θα με φορέσουν κάποτε
μα δεν είμαι έτοιμος αποκρίνομαι
και πριν προλάβω ν’ αμυνθώ
είχε κιόλας τυλιχτεί πάνω μου
και με στένευε απελπιστικά
τα μέλη μου μούδιασαν
κι η όρασή μου λιγόστευε ολοένα
εκείνο με πήγαινε αργά
και δεν έβλεπα πια να βουίζει
τον κόσμο της λεωφόρου
αλλά έναν κόσμο παγωμένο
στο τελευταίο κλικ
της φωτογραφικής μου μηχανής
(Παραλλαγές του μαύρου, 1998)
ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ
Κοιτάζω απ’ το παράθυρο στο δρόμο
ο Χωροφύλακας με τα μαύρα γαλόνια
κυνηγάει κάποιον απ’ το πλήθος
βρίζοντας λυσσασμένα
ακούγονται σειρήνες και πυροβολισμοί
και σε λίγο ένας γδούπος
αμέσως μετά ησυχία
άνθρωποι επιστρέφουν βιαστικά
αυτοκίνητα περνούν και χάνονται
κατεβαίνω στο πεζοδρόμιο
ένας άντρας πεσμένος μπρούμυτα
προσπερασμένος απ’ όλους
τον γυρίζω να δω το πρόσωπό του
και στ’ άσπρο φως του απομεσήμερου
βλέπω καθαρά
τον εαυτό μου
(Παραλλαγές του μαύρου, 1998)
Η ΚΑΛΛΙΟΠΗ
Για να γίνω ερωμένη σου
πρέπει μερόνυχτα σαράντα
δίχως ανασασμό
την πέτρα να οργώνεις
και να σπέρνεις λέξεις
κι ύστερα να περιμένεις άλλο τόσο
να δεις αν έδεσε καμιά
όποιες καρπίσουνε με φως
του φεγγαριού θα τις τρυγάς
χωρίς ανθρώπου μάτι να κοιτάζει
κι έπειτα θα τις πηγαίνεις
σε βάθη άδυτα υδάτων
ογδόντα μέρες για να μαλακώσουν
μετά θα τις μαζεύεις
όσες δεν έχαψαν τα ψάρια
και θα τις λιάζεις σε κορυφές
που ούτε πετούμενα άγρια
δεν δύνανται να φτάσουν
ώστε να στραγγίξουν
τα περιττά υγρά
κι αν στο τέλος δεν αρκούν
θα ξαναρχίζεις από την αρχή
πηδάει ένα βράδυ στο γραφείο μου
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
και με φαρμακερή ματιά
γιατί μου λέει
γυρνάς εδώ κι εκεί και κοκορεύεσαι
πως είμαι τάχα ερωμένη σου
για να γίνω εγώ ερωμένη σου
πρέπει σαν δούλος να με υπηρετείς
δίχως φαΐ δίχως νερό
να γδέρνεις όλη νύχτα το πετσί σου
και κάθε αυγή να το κρεμάς στον ήλιο
να σφυροκοπάς τα σπλάχνα σου
ξίδι κι αλάτι να τους βάζεις
κι ωστόσο αυτό δεν φτάνει
πρέπει να ’χεις και δύναμη
να με κομματιάζεις
όταν ασχημίζω
και να με καις
αδιάκοπα χωνεύοντας
τις στάχτες που απόμειναν
εγκυμονώντας με ξανά
χωρίς κανένα βογκητό
χωρίς καμιάν ελπίδα
και τότε πάλι βλέπουμε
(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)
ΤΟΚΕΤΟΣ
Συνήθως ωριμάζω στο συρτάρι
όπως το έμβρυο στην κοιλιά
προτού διψάσω για οξυγόνο
ανασαίνω τα νερά
του αμνιακού μου σάκου
τρέφομαι με τις σάρκες μου
καταβροχθίζω τις ασχήμιες
τα περιττά κιλά
ώσπου η όρασή μου
να ευφρανθεί στον καθρέφτη
της αυταρέσκειάς μου
μεστώνω στο σκοτάδι
έτοιμος να γεννηθώ
στο φως των ματιών σου
(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)
ΚΡΕΣΕΝΤΟ
Είναι ο κίνδυνος που με συνεπαίρνει μέσα σου κι εκείνες οι πτυχές απ’ το κορμί σου δρόμοι που οδηγούν στην παράκρουση
τα πόδια σου ποτάμια κι η μαύρη τους πηγή καθρέφτης να με τραβάει αδιάκοπα στα πρώτα μου νερά
κι όταν η φούστα λύνεται ελευθερώνονται πουλιά λάμπει λουσμένος στη δροσιά ο σιτοβολώνας σιτάρι γεμίζει το κρεβάτι να θρέψει αγρίμια πεινασμένα
αγρίμια που μουγκρίζουν με απόγνωση γυρεύουνε τροφή να ξεδιψάσουν θέλουνε στη ρεματιά σου ν’ ανέβουν στα ψηλώματα να τσακιστούνε στα φαράγγια σου
εσύ ακάθεκτη καρφώνοντας τ’ αριστερό τακούνι στα πλευρά μου ανάσκελα βυζαίνεις την ορμή να πληρωθεί το στόμα σου το απέραντο
κι η γλώσσα μου αμνάδα βόσκει άπληστα το χορτάρι σου το δέρμα αποκάτω αγριεύει βαθιές ανάσες μάς κυκλώνουν από παντού
δεν είναι ο κίνδυνος που με χωνεύει μέσα σου αλλά της ομορφιάς σου ο τρόμος
(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)
ΤΑ ΔΟΚΑΝΑ
Στο απέναντι μπαλκόνι
απλώνει χυμώδης τα εσώρουχά της
μεσάνυχτα σκαρφαλώνω
τους τοίχους και τα κλέβω
κοιμάμαι μαζί τους τα διακορεύω
πασχίζω να ξεγελάσω το κενό
πληρώνοντας κίβδηλα νομίσματα
εθίστηκα κι ορεγόμουν
ολοένα φρεσκοπλυμένα
κι όταν την έβλεπα
να καθαρίζει την απλώστρα
αλλόφρων πρόσμενα τη νύχτα
κάποτε εκείνη παραφύλαξε
κι αντί για μανταλάκια
έβαλε δόκανα
πιαστήκανε τα δάχτυλά μου κι έμεινα
κρεμασμένος από τα σκοινιά
με μπάζει μέσα λαβωμένο
μ’ έδεσε στα κάγκελα του κρεβατιού της
και με χάραζε αργά
με μετάξι δαντέλες βελούδα σατέν
κύμα το αίμα ανέβαινε
ώσπου σε μια στιγμή
βγάζει απ’ το μπούστο αναπάντεχα
το ερεθισμένο της βυζί
και μ’ αποτελειώνει με το μυτερό
καρφί της ρώγας
(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)
ΤΟΥ ΓΙΟΦΥΡΙΟΥ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Χρόνια ολόκληρα πάλευα
να φτιάξω αυτό το ποίημα
ολονυχτίς το έγραφα
πρωί πρωί δαιμονισμένο
έτρωγε τις λέξεις
ώσπου κάποιο απόγευμα χτύπησε
το κουδούνι ένα ολόλευκο πουλί
αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο
το ποίημα δεν στεριώνει
και μη στοιχειώσεις κριτικό
μήτ’ επαρκή αναγνώστη
παρά της άγριας έμπνευσης
την όμορφη την κόρη
που ’ρχεται βάζει τη φωτιά
κι ύστερα παίρνει δρόμο
κι αφήνει αποκαΐδια ένα σωρό
να τα διορθώσει ο πρωτομάστορας
είπε κι εξαφανίστηκε
κι εγώ ενεός
έμεινα ν’ αντικρίζω το χαρτί
βαθιά καμάρα γιοφυριού
που μέσα γυάλιζε προκλητικά
το δαχτυλίδι
(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)
ΤΟ ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ
Είσαι ο καρπός που ανοίγει
και θαμπίζει άγριο
στο βάθος το κουκούτσι
ρετσίνι δακρύζει από μέσα
σταγόνα σταγόνα
στην αχόρταστη γλώσσα μου
τρίβομαι σκουλήκι
ανάμεσα σε φλούδα και πυρήνα
χώνομαι στη λάσπη τεντώνομαι
ώσπου να γίνω άσπιλο λευκό
στα σπλάχνα σου ν’ ανέβω
(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)
Η ΑΝΙΑΤΗ
Είμαι αναγκασμένος χρόνια
να συζώ με μιαν αρρώστια
ανίατη μου συστήθηκε με το επίθετό της
κι εγώ τη μίσησα αμέσως
ωστόσο κατά τις οδηγίες του ιατρού
της έκανα όλα τα χατίρια
την έβγαζα βόλτα –χωρίς να την προσέχω διόλου–
την κουβαλούσα στα γυμναστήρια
την ευχαριστεί να γυμνάζεται μου είχε επισημάνει
κι ας μου την έσπαγε εμένα
την πήγαινα στη θάλασσα
και για μπάνια τρελαινόταν
εδώ κάπως τα βρίσκαμε
μου αρέσανε κι εμένα οι παραλίες
για την ακρίβεια
γούσταρα να κοιτάζω τα ωραία ημίγυμνα κορμιά
ορθογραφίες του πελάγους
(ανάμεσα σε ανορθογραφίες είναι αλήθεια)
αλλά ζήλευε τρομερά η άτιμη
κι εκεί που γύριζα εντέχνως
μέσ’ απ’ τα μαύρα μου γυαλιά να απολαύσω
μ’ έπιανε ξαφνικά ο σφάχτης της
και μου ’κοβε μαχαίρι
ανάσα και κέφι
μια μέρα εξοργίστηκα πολύ
πρόστυχη ή θα μ’ αφήσεις ήσυχο
ή θα σε τσακίσω την απείλησα
κουνούσε το κεφάλι και γελούσε
με την έπαρση του άτρωτου
είδα κι απόειδα κι άρχισα να την καλοπιάνω
είσαι η ωραιότερη απ’ όλες την κολάκευα
τις ανίατες έστω
καθαρή καθόλου δύσοσμη δίχως αίματα
αξιοπρεπής ασφαλώς
κι αν με ξυπνάς τις νύχτες με πόνους
γίνεται για να βασανίζομαι και να γράφω
επιπλέον είσαι η προσωπική μου αλάνθαστη
μετεωρολογική υπηρεσία
με τα σήματά σου δηλαδή προτού βγω έξω
καταλαβαίνω αν έχει υγρασία ή καλό καιρό
ή αν θα βρέξει για να πάρω την ομπρέλα μου
κι έπειτα κορίτσι μου μαζί σου
κάνω κι εγώ γυμναστική
είχα κυρτώσει τόσα χρόνια
θυμάσαι πώς ήμουν όταν ήρθες
νους υγιής εν σώματι μη υγιεί
ενώ τώρα περπατάω ντούρος
και μεταξύ μας
έχω αυξήσει και τις κατακτήσεις μου
και τ’ όνομά σου τι τρομερό
σ π ο ν δ υ λ α ρ θ ρ ί τ ι δ α
το λες και γεμίζει το στόμα σου
γλυκαίνει ταυτόχρονα κι αγριεύει
μα και συ πια δεν πρέπει να ’χεις παράπονο
λίγες βραδιές ξενυχτάω μαζί σου
για να σου κάνω παρέα
λίγες φορές αφήνω τη σύντροφό μου να κοιμάται
κι εγώ από δίπλα να σε θωπεύω
να σου κάνω μασάζ
να κουλουριάζομαι στις άκαμπτες καμπύλες σου
να σου βογκάω ερωτικά σχεδόν
λίγες φορές με πρόσχημα το φυσιοθεραπευτήριο
ξεφεύγουμε απ’ το σπίτι πίνοντας
στα μπαρ οι δυο μας σαν ζευγάρι
κι εξάλλου ξέρεις πως αν δεν ήμουν
πουριτανός και φοβητσιάρης
θα κυλιόμαστε παθιασμένα κάθε βράδυ στο πάτωμα
αψηφώντας τη γυναίκα μου
νομίζω μωρό μου πως
την έχω πατήσει μαζί σου
έτσι όπως με οδηγείς ανεπαίσθητα
σε βάθη άγνωστα του εαυτού μου
(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)
ΕΠΙΔΟΞΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Τα ποιήματα που έγραψα
με κυνηγούν για τις αναπηρίες τους
τα ποιήματα που δεν έγραψα
με κυνηγούν για την αφασία τους
ένας επικηρυγμένος είμαι
που για να γλιτώσω
γράφω ακόμη
(Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004)

Λατρεύω...